“Ναι, αλλά… το coaching δουλεύει πραγματικά;”

Είναι ίσως μία από τις πιο λογικές ερωτήσεις που μπορεί να κάνει κάποιος πριν ξεκινήσει coaching. Γιατί, ας είμαστε ειλικρινείς: το coaching δεν είναι απλώς μια ακόμη συζήτηση με έναν άνθρωπο που “σε ακούει”.

Και από την άλλη, δεν είναι ούτε μια μαγική διαδικασία όπου μετά από μερικές συνεδρίες ξαφνικά αποκτάς αυτοπεποίθηση, βάζεις όρια, αλλάζεις δουλειά και βρίσκεις τον σκοπό της ζωής σου.

Οπότε, τι λέει πραγματικά η επιστήμη;


Ας ξεκινήσουμε από το βασικό: ναι, υπάρχουν ενδείξεις ότι το coaching λειτουργεί.

Η έρευνα γύρω από το coaching έχει αναπτυχθεί σημαντικά τις τελευταίες δεκαετίες, ιδιαίτερα στο πεδίο της οργανωσιακής ψυχολογίας.

Μετα-αναλύσεις και συστηματικές ανασκοπήσεις δείχνουν ότι το coaching μπορεί να έχει θετικές επιδράσεις σε παράγοντες όπως η επίτευξη στόχων, η αυτοαποτελεσματικότητα, η ευημερία, η ανθεκτικότητα, η αυτογνωσία και η εργασιακή απόδοση.

Αυτό όμως δεν είναι το πιο ενδιαφέρον κομμάτι. Το πιο ενδιαφέρον ερώτημα είναι:

Γιατί;

Τι συμβαίνει μέσα σε μια coaching διαδικασία που μπορεί να οδηγήσει έναν άνθρωπο από το “θέλω να αλλάξει κάτι” στο “λειτουργώ διαφορετικά”;


01. Reflection: δημιουργείται χώρος για σκέψη

Στην καθημερινότητά μας, σπάνια έχουμε χρόνο να σταματήσουμε πραγματικά και να παρατηρήσουμε τι συμβαίνει.

Έχουμε ένα πρόβλημα → αντιδρούμε.

Μια δύσκολη συζήτηση → απαντάμε.

Μια απόφαση → επιλέγουμε αυτό που φαίνεται πιο ασφαλές.

Ένα λάθος → προσπαθούμε να το διορθώσουμε όσο πιο γρήγορα γίνεται.

Το coaching δημιουργεί έναν διαφορετικό χώρο.

Έναν χώρο όπου μπορείς να σταματήσεις και να ρωτήσεις:

Τι ακριβώς συμβαίνει εδώ;

Τι σκέφτομαι;

Τι υποθέτω;

Τι θέλω πραγματικά;

Τι κάνω αυτή τη στιγμή και τι αποτέλεσμα μου φέρνει;

Και αυτή η παύση έχει σημασία.

Γιατί ανάμεσα στο “αυτό συμβαίνει” και στο “άρα πρέπει να κάνω αυτό” υπάρχει ένας χώρος στον οποίο μπορούν να εμφανιστούν και άλλες επιλογές.


02. Self-awareness: αρχίζεις να βλέπεις τα μοτίβα σου

Ένα από τα πράγματα που συχνά συμβαίνουν μέσα στο coaching είναι ότι κάτι που μέχρι εκείνη τη στιγμή έμοιαζε αυτονόητο αρχίζει να γίνεται ορατό.

“Κάθε φορά που μου ασκούν κριτική, αμέσως προσπαθώ να αποδείξω ότι έχω δίκιο.”

“Όταν δεν είμαι σίγουρ@ για κάτι, καθυστερώ να πάρω απόφαση.”

“Όταν φοβάμαι ότι θα απογοητεύσω έναν συνάδελφο, δυσκολεύομαι να πω όχι.”

“Περιμένω να είμαι 100% σίγουρος/η πριν κάνω το επόμενο βήμα και χάνω ευκαιρίες.”

Αυτό είναι αυτεπίγνωση.

Όχι απλώς να ξέρεις ότι ¨”είμαι αγχωτικός άνθρωπος” ή “είμαι τελειομανής” ή “δεν έχω αυτοπεποίθηση” (που αν τα δούμε προσεκτικά… πιο πολύ με ταμπέλες μοιάζουν).

Αλλά να μπορείς να δεις πώς λειτουργείς, σε ποιες συνθήκες και με ποιο αποτέλεσμα.

Και αυτό έχει αξία γιατί ένα μοτίβο που δεν βλέπουμε δύσκολα μπορούμε να το αλλάξουμε.


03. Από το insight στη συμπεριφορά

Εδώ, κατά τη γνώμη μου, βρίσκεται μία από τις μεγαλύτερες παρανοήσεις γύρω από το coaching. Το insight από μόνο του δεν αρκεί.

Μπορεί να καταλάβεις γιατί δυσκολεύεσαι να βάλεις όρια και να συνεχίσεις να λες “ναι”.

Μπορεί να καταλάβεις ότι φοβάσαι την αποτυχία και να συνεχίσεις να αποφεύγεις τις δύσκολες ευκαιρίες.

Μπορεί να καταλάβεις ότι χρειάζεσαι μια αλλαγή και να μη γίνει ποτέ το πρώτο βήμα.

Το να καταλάβω κάτι δεν σημαίνει ότι μπορώ και να το κάνω διαφορετικά.

Γι’ αυτό το coaching δεν σταματά στην κατανόηση. Η διαδικασία χρειάζεται να μετακινηθεί προς τη δράση:

Τι θα δοκιμάσω διαφορετικά;

Και μετά:

Τι συνέβη;

Τι έμαθα;

Τι θα κρατήσω και τι θα προσαρμόσω;

Έτσι, η αλλαγή γίνεται περισσότερο ένας κύκλος reflection → action → feedback → adjustment, παρά μια στιγμή επίγνωσης, μία στιγμή συνειδητοποίησης.


04. Goal setting: από το “θέλω να αλλάξει κάτι” στο “τι ακριβώς θέλω να είναι διαφορετικό;”

Θέλω να έχω περισσότερη αυτοπεποίθηση.

Θέλω καλύτερη ισορροπία.

Θέλω να εξελιχθώ επαγγελματικά.

Θέλω να μην επηρεάζομαι τόσο από τους άλλους.

Είναι όλα σημαντικές επιθυμίες, αλλά είναι αρκετά αόριστες για να μας δείξουν αν πραγματικά προχωράμε. Το coaching βοηθά να μετακινηθούμε από το γενικό στο συγκεκριμένο:

Πώς θα καταλάβεις ότι έχεις περισσότερη αυτοπεποίθηση;

Τι θα κάνεις διαφορετικά;

Τι θα βλέπουν οι άλλοι;

Ποιο κομμάτι βρίσκεται πραγματικά στον δικό σου έλεγχο;

Ποιο είναι το επόμενο βήμα;

Και πώς θα καταλάβεις ότι αυτό το βήμα πέτυχε;

Η σαφήνεια του στόχου έχει σημασία γιατί είναι πολύ δύσκολο να αξιολογήσεις πρόοδο όταν δεν έχεις ορίσει τι σημαίνει πρόοδος για σένα.


05. Accountability: δεν κάνει κάποιος άλλος την αλλαγή για εσένα – αλλά δεν την αφήνεις εύκολα να χαθεί

Και εδώ υπάρχει μια λεπτή αλλά σημαντική διαφορά. Το accountability στο coaching δεν σημαίνει:

“Έκανες αυτό που είπαμε;”

Ένας coach δεν είναι δάσκαλος, δεν μαλώνει, δεν κρίνει, δεν “τσεκάρει” αν έχεις κάνει τα βήματα που είχες αναφέρει στην προηγούμενη συνάντησή σας.

Coaching σημαίνει περισσότερο: “Τι συνέβη από την τελευταία φορά που μιλήσαμε;”

Τι δοκίμασες;

Τι λειτούργησε;

Τι δεν λειτούργησε;

Τι σε δυσκόλεψε;

Τι έμαθες για τον εαυτό σου;

Και τώρα, με βάση όλα αυτά, τι θέλεις να κάνεις;

Η σταθερότητα αυτής της διαδικασίας δημιουργεί έναν χώρο όπου οι προθέσεις μπορούν να μετατραπούν σε συμπεριφορές και οι συμπεριφορές σε μάθηση.


Άρα… τι είναι τελικά αυτό που “κάνει” το coaching να λειτουργεί;

Ίσως δεν είναι ένα πράγμα, αλλά ο συνδυασμός.

  • Χώρος για reflection.
  • Μεγαλύτερη αυτογνωσία.
  • Σαφήνεια στους στόχους.
  • Μετατροπή του insight σε δράση.
  • Ανατροφοδότηση και προσαρμογή.
  • Accountability.

Και πάνω από όλα, η ίδια η σχέση μεταξύ coach και coachee, γιατί το coaching δεν είναι μια τεχνική που εφαρμόζεται μηχανικά. Η ποιότητα της σχέσης, η εμπιστοσύνη, η συνεργασία και η ενεργή συμμετοχή του coachee είναι σημαντικά κομμάτια της διαδικασίας.


Και υπάρχει κάτι ακόμη που αξίζει να ξεκαθαρίσουμε.

Το ότι υπάρχουν ερευνητικές ενδείξεις ότι το coaching μπορεί να είναι αποτελεσματικό δεν σημαίνει ότι κάθε coaching είναι αποτελεσματικό.

Ούτε ότι το coaching είναι κατάλληλο για κάθε άνθρωπο, κάθε στόχο ή κάθε δυσκολία. Και σίγουρα δεν σημαίνει ότι ο coach είναι εκεί για να σου δώσει όλες τις απαντήσεις.

Δεν είναι.

Ο coach δεν αποφασίζει για εσένα.

Δεν σου λέει ποια δουλειά να πάρεις.

Δεν σου λέει αν πρέπει να φύγεις από μια συνεργασία ή να μείνεις.

Δεν σου δίνει έτοιμες λύσεις επειδή “ξέρει καλύτερα” ή “έχει περάσει κάτι αντίστοιχο”.

Η δουλειά του είναι να δημιουργήσει έναν χώρο μέσα στον οποίο μπορείς να εξετάσεις με μεγαλύτερη καθαρότητα τι θέλεις, πώς λειτουργείς, τι επιλογές έχεις και τι είσαι διατεθειμένος/η να κάνεις διαφορετικά.

Και τελικά, ίσως αυτό είναι και το πιο σημαντικό σημείο: Το coaching δεν κάνει την αλλαγή για εσένα.

Σε βοηθά να δημιουργήσεις τις συνθήκες για να την κάνεις εσύ. Και αυτό είναι πολύ διαφορετικό από το να σου υποσχεθεί ότι “θα σε αλλάξει”.


Άρα… το coaching δουλεύει;

Η πιο έντιμη επιστημονικά απάντηση δεν είναι “Ναι, πάντα”, ούτε “όχι, είναι απλώς μια συζήτηση”.

Η έρευνα δείχνει ότι το coaching μπορεί να έχει σημαντικά θετικά αποτελέσματα σε διαφορετικές διαστάσεις προσωπικής και επαγγελματικής ανάπτυξης.

Ταυτόχρονα, τα αποτελέσματα εξαρτώνται από πολλούς παράγοντες: τον στόχο, το πλαίσιο, την ποιότητα της σχέσης coach-coachee, την προσέγγιση που χρησιμοποιείται και, φυσικά, την ενεργό συμμετοχή του ίδιου του ανθρώπου στη διαδικασία.

Και ίσως αυτό είναι το πιο σημαντικό σημείο. Το coaching δεν κάνει την αλλαγή για εσένα.

Δεν μπορεί να πάρει την απόφαση αντί για εσένα.

Δεν μπορεί να εφαρμόσει το όριο που αποφάσισες να βάλεις.

Δεν μπορεί να κάνει τη δύσκολη συζήτηση στη δουλειά.

Μπορεί όμως να δημιουργήσει τις συνθήκες μέσα στις οποίες θα μπορέσεις να δεις πιο καθαρά, να σκεφτείς διαφορετικά, να πειραματιστείς με νέους τρόπους δράσης και να μάθεις από την εμπειρία σου.

Και αυτό, τελικά, έχει περισσότερο νόημα από το να ψάχνουμε αν το coaching είναι “μαγικό”.

Το πραγματικό ερώτημα είναι: τι ακριβώς κάνουμε μέσα στο coaching που βοηθά έναν άνθρωπο να αλλάξει τον τρόπο με τον οποίο σκέφτεται, αποφασίζει και δρα;

Αυτό είναι το κομμάτι του coaching που αξίζει να συνεχίσουμε να μελετάμε.


Αν εξακολουθείς να έχεις ερωτήσεις σχετικά με τη διαδικασία, είμαι εδώ για να λύσω όποια απορία σου.

Τα coaching προγράμματα παρέμβασης πραγματοποιούνται τόσο δια ζώσης, όσο και online, ενώ σχεδιάζονται εξατομικευμένα επάνω στις ανάγκες και το αίτημα του Coachee – είτε εκείνος αφορά ιδιώτη, ελεύθερο επαγγελματία ή στέλεχος επιχείρησης. Σε περίπτωση που έχετε απορίες μην διστάσετε να επικοινωνήσετε μαζί μου μέσω της φόρμας επικοινωνίας, ή τηλεφωνικά, διαφορετικά μπορείτε να επισκεφτείτε τις πιο συχνές ερωτήσεις για περισσότερες διευκρινήσεις.