“Νομίζω ότι έχω burnout, αλλά μάλλον φταίω κι εγώ λίγο γι’ αυτό”.
Μία από τις πρώτες φράσεις που είπε ο Ν. στην πρώτη μας συνεδρία. Το είπε σχεδόν απολογητικά, σαν να έπρεπε πρώτα να μου εξηγήσει γιατί δεν είχε καταφέρει να διαχειριστεί καλύτερα τον εαυτό του και μετά να μιλήσουμε για το πόσο εξαντλημένος ήταν. Όσο προχωρούσε η συζήτηση, άρχισε να μου περιγράφει όλα εκείνα που θεωρούσε ότι κάνει λάθος: δεν μπορεί να πει όχι, αναλαμβάνει περισσότερα απ’ όσα πρέπει, δυσκολεύεται να αφήσει μια δουλειά στη μέση, απαντάει σε μηνύματα αργά το βράδυ, σκέφτεται τη δουλειά ακόμη κι όταν έχει φύγει από το γραφείο και, τελικά, έχει την αίσθηση ότι “δεν είναι αρκετά καλός στο να διαχειρίζεται το stress”.
Αυτή η αφετηρία δεν μου είναι καθόλου άγνωστη. Συχνά, όταν ένας άνθρωπος φέρνει το burnout στη συνεδρία, το φέρνει ήδη ως ένα προσωπικό πρόβλημα που χρειάζεται διόρθωση. Έχει διαβάσει ότι πρέπει να βάζει όρια, να κοιμάται περισσότερο, να κάνει καλύτερη διαχείριση χρόνου, να αποσυνδέεται από τη δουλειά, να μάθει να λέει όχι και, κάποιες φορές, έχει ήδη προσπαθήσει να τα κάνει όλα αυτά και αισθάνεται ακόμη μεγαλύτερη αποτυχία επειδή δεν κατάφερε να τα εφαρμόσει όσο θα “έπρεπε”.
Κι όμως, δεν είναι όλα μέσα μας
Φυσικά, υπάρχουν πράγματα που μπορούμε και χρειάζεται να δουλέψουμε σε προσωπικό επίπεδο. Υπάρχουν άνθρωποι που έχουν μάθει να συνδέουν την αξία τους με την απόδοσή τους, που δυσκολεύονται να αναγνωρίσουν τα όριά τους μέχρι να τα ξεπεράσουν, που φοβούνται ότι ένα “όχι” θα τους κάνει λιγότερο χρήσιμους ή λιγότερο αποδεκτούς, που λειτουργούν για χρόνια με την πεποίθηση ότι “λίγο ακόμη θα αντέξω” και τελικά αντιλαμβάνονται την εξάντληση μόνο όταν αυτή έχει ήδη γίνει καθημερινότητα. Αυτά δεν είναι αμελητέα και δεν χρειάζεται να τα παρακάμψουμε επειδή θέλουμε να μιλήσουμε για το περιβάλλον.
Αλλά κάποια στιγμή χρειάζεται να σταματήσουμε να κοιτάμε μόνο τον άνθρωπο και να κοιτάξουμε πού βρίσκεται ο άνθρωπος.
Πώς είναι μια συνηθισμένη ημέρα στη δουλειά του; Πόσες φορές αλλάζουν οι προτεραιότητές του; Πόσο προσωπικό υπάρχει πραγματικά για τη δουλειά που πρέπει να γίνει; Τι συμβαίνει όταν λέει “δεν προλαβαίνω”; Τι συμβαίνει όταν φεύγει στην ώρα του; Τι συμβαίνει όταν ζητά βοήθεια; Τι επιβραβεύεται πραγματικά στην ομάδα, ανεξάρτητα από όσα λέει επίσημα η εταιρεία;
Και τότε, κάποιες φορές, αρχίζει να εμφανίζεται μια διαφορετική εικόνα.
Ο άνθρωπος μπορεί πράγματι να χρειάζεται να δουλέψει τα όριά του. Αλλά αν κάθε φορά που λέει “δεν προλαβαίνω” η απάντηση είναι “βρες έναν τρόπο”, δεν έχουμε μόνο ένα πρόβλημα ορίων.
Μπορεί πράγματι να χρειάζεται να μάθει να διαχειρίζεται καλύτερα τον χρόνο του. Αλλά αν όλα είναι ταυτόχρονα επείγοντα, οι προτεραιότητες αλλάζουν διαρκώς και νέα αιτήματα προστίθενται χωρίς ποτέ να αφαιρείται κάτι από τη λίστα, δεν έχουμε μόνο ένα πρόβλημα time management.
Μπορεί πράγματι να χρειάζεται να αποδεχτεί ότι δεν μπορεί να τα κάνει όλα τέλεια. Αλλά αν στην πράξη εκείνος που είναι πάντα διαθέσιμος, απαντά τα βράδια και αναλαμβάνει διαρκώς “ένα τελευταίο πράγμα” είναι αυτός που επιβραβεύεται, η τελειομανία του δεν υπάρχει σε κενό.
Και μπορεί πράγματι να χρειάζεται να μάθει να λέει “όχι”. Αλλά αν το “όχι” μεταφράζεται σε έλλειψη δέσμευσης, κακή συνεργασία ή “δεν είναι team player”, τότε ίσως χρειάζεται να εξετάσουμε και το κόστος που έχει το όριο μέσα σε αυτό το συγκεκριμένο περιβάλλον.
Πότε λοιπόν γίνεται συστημικό;
Δεν υπάρχει μια καθαρή γραμμή που να χωρίζει το “δικό μου” από το “της δουλειάς”. Το burnout δεν είναι είτε αποτέλεσμα προσωπικών χαρακτηριστικών είτε αποτέλεσμα του εργασιακού περιβάλλοντος, σαν να πρέπει να αποφασίσουμε ποιος είναι ο ένοχος. Ο τρόπος με τον οποίο λειτουργεί ένας άνθρωπος και ο τρόπος με τον οποίο λειτουργεί το περιβάλλον του συναντιούνται συνεχώς και αλληλοτροφοδοτούνται.
Ένας άνθρωπος που δυσκολεύεται να πει όχι μπορεί να βρεθεί σε ένα περιβάλλον που θα αξιοποιήσει αυτή τη δυσκολία. Ένας άνθρωπος που έχει μάθει να αποδεικνύει την αξία του μέσα από την υπερπροσπάθεια μπορεί να βρεθεί σε μια κουλτούρα που θα ανταμείψει ακριβώς αυτή την υπερπροσπάθεια. Και ένας εργαζόμενος που έχει ήδη εξαντληθεί μπορεί να προσπαθεί με όλες του τις δυνάμεις να προστατευτεί, χωρίς να έχει απέναντί του ένα περιβάλλον που του επιτρέπει πραγματικά να το κάνει.
Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι μόνο “ποιος φταίει;”. Είναι “τι δημιουργεί και τι συντηρεί αυτή την κατάσταση;”.
Και αυτή η ερώτηση αλλάζει αρκετά τον τρόπο με τον οποίο βλέπουμε το burnout.
Τι μπορούμε να αλλάξουμε και τι όχι
Αν ένας άνθρωπος χρειάζεται να μάθει να λέει όχι, μπορούμε να δουλέψουμε το όχι. Αν χρειάζεται να αναγνωρίζει νωρίτερα τα σημάδια εξάντλησης, μπορούμε να δουλέψουμε αυτή την επίγνωση. Αν χρειάζεται να αποσυνδέεται από τη δουλειά, να διαχειρίζεται διαφορετικά τις προσδοκίες του ή να σταματήσει να θεωρεί ότι πρέπει να τα κάνει όλα τέλεια, υπάρχουν πολλά που μπορούν να αλλάξουν στη δική του πλευρά.
Αλλά αν το περιβάλλον συνεχίζει να ανταμείβει την υπερδιαθεσιμότητα, αν ο φόρτος παραμένει αντικειμενικά μη βιώσιμος, αν οι προτεραιότητες αλλάζουν χωρίς όρια, αν δεν υπάρχει χώρος για να ζητήσεις βοήθεια ή αν η κουλτούρα της ομάδας κάνει κάθε προσπάθεια αυτοπροστασίας να μοιάζει με έλλειψη δέσμευσης, τότε η προσωπική αλλαγή έχει ένα όριο.
Και αυτό είναι ίσως το πιο δύσκολο σημείο να αναγνωρίσει ένας άνθρωπος, ιδιαίτερα όταν έχει συνηθίσει να ψάχνει πρώτα μέσα του για το τι κάνει λάθος.
Σε αυτές τις περιπτώσεις, η δουλειά δεν είναι μόνο να μάθει να διαχειρίζεται καλύτερα το burnout του, αλλά και να μάθει να διαβάζει το περιβάλλον του με μεγαλύτερη καθαρότητα: να δει τι είναι διαπραγματεύσιμο, τι μπορεί να διεκδικήσει, ποια όρια μπορεί πράγματι να προστατεύσει, τι χρειάζεται να αλλάξει στη σχέση του με τη δουλειά και, κυρίως, ποια πράγματα δεν βρίσκονται τελικά στον δικό του έλεγχο.
Γιατί υπάρχει ένας κίνδυνος όταν μιλάμε διαρκώς για ανθεκτικότητα, όρια και αυτοφροντίδα: να γίνουμε εξαιρετικά καλοί στο να αντέχουμε συνθήκες που εξακολουθούν να μας εξαντλούν.
Και δεν είναι αυτό πάντα ο στόχος.
Μερικές φορές ο στόχος είναι να μπορέσεις να παραμείνεις και να προστατευτείς. Μερικές φορές είναι να διεκδικήσεις μια αλλαγή. Μερικές φορές είναι να αναγνωρίσεις ότι η κατάσταση μπορεί να γίνει βιώσιμη μόνο αν αλλάξουν συγκεκριμένα πράγματα γύρω σου. Και κάποιες άλλες φορές, όταν έχεις προσπαθήσει, έχεις διεκδικήσει, έχεις αλλάξει όσα μπορούσες να αλλάξεις και το περιβάλλον παραμένει σταθερά εξαντλητικό, η πιο προστατευτική επιλογή μπορεί να είναι να φύγεις.
Όχι επειδή “δεν άντεξες”. Αλλά επειδή κατάλαβες ότι δεν θέλεις να περάσεις τη ζωή σου μαθαίνοντας να αντέχεις κάτι που σε εξαντλεί.
Αν αυτό αφορά εσένα
Αν αναγνωρίζεις τον εαυτό σου σε αυτή την περιγραφή και θέλεις να καταλάβεις καλύτερα τι συμβαίνει, στις 1:1 συνεδρίες μπορούμε να δουλέψουμε πάνω στη δική σου συνθήκη: τι είναι δικό σου να αλλάξεις, τι μπορείς να διεκδικήσεις, πώς μπορείς να προστατευτείς και, όταν χρειάζεται, πώς να πάρεις μια πιο καθαρή απόφαση για το επόμενο βήμα σου.
Αν θέλεις να ξεκινήσεις από τη διαχείριση του χρόνου και της καθημερινής πίεσης, έχω δημιουργήσει και το workbook “Αποτελεσματικό Time Management & Διαχείριση Burnout”, με πρακτικά εργαλεία για να παρατηρήσεις πού και πώς συσσωρεύεται η πίεση στη δική σου καθημερινότητα.
Αν, από την άλλη, βλέπεις αυτά τα μοτίβα να επαναλαμβάνονται σε περισσότερους ανθρώπους μέσα στην ομάδα ή τον οργανισμό σου, μπορούμε να δουλέψουμε και σε επίπεδο εταιρείας, διερευνώντας τι συμβαίνει στην καθημερινότητα των εργαζομένων, στις σχέσεις, στους τρόπους λειτουργίας και στη διοίκηση και σχεδιάζοντας την κατάλληλη παρέμβαση — από workshops και εκπαιδευτικές δράσεις μέχρι πιο στοχευμένες παρεμβάσεις ανάπτυξης.
Γιατί όταν το burnout δεν είναι μόνο ατομικό, η λύση δεν μπορεί να είναι μόνο ατομική.



